καρδαμίς


καρδαμίς
καρδαμίς, ίδος, ἡ, u. καρδαμίνη, , ein Kraut, der Kresse, κάρδαμον ähnlich

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καρδαμίς — καρδαμίς, ίδος ἡ (Α) κάρδαμο …   Dictionary of Greek

  • καρδαμίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρδαμίδα — καρδαμίς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρδαμίδας — καρδαμίς fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρδαμίδι — καρδαμίς fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρδαμίδος — καρδαμίς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάρδαμο — Κοινή ονομασία πολλών φυτών που καλλιεργούνται ως σαλατικά. Ως κ. αναφέρεται κυρίως το λεπίδιο το εδώδιμο της οικογένειας των σταυρανθών (δικοτυλήδονα), που καλλιεργείται και στην Ελλάδα από την αρχαία εποχή. Είναι μονοετές που αναπτύσσεται… …   Dictionary of Greek

  • καρδαμίδα — η (Α καρδαμίς, ίδος) [κάρδαμο] το φυτό κάρδαμο …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.